Σκισμένο ψαθάκι

Μια ζωή θυμάμαι τον εαυτό μου να φτιάχνει στέκια και καταφύγια για την ψυχή μου . Κι εκεί που είναι όλα έτοιμα κι έχω αρχίσει να βολεύομαι ,
εκεί που είναι τα πάντα τακτοποιημένα και κάθομαι λίγο να ξεκουραστώ και να κάμω τσιγαράκι ,μπαίνει ο διάολος μέσα μου και μου την ανάβει .
- Τι ΄ναι τούτα δω τα σκιάχτρα ? μου λέει . Δεν είναι για σένα η λούφα , κορίτσι μου . Πάλι πλαστογραφίες κάνεις ?Και βροντάω τότε ένα ασιχτίρ και τα κάνω όλα κεραμιδαριό . Ύστερα κάθομαι σταυροπόδι και γλείφω τις πληγές μου σαν το σκυλί . Δεν πειράζει , λέω . Πάμε γι΄ άλλα . Όπως και να 'χει το πράμα , η Ρόζυ γεννήθηκε με το βλέμμα καρφωμένο στο ξημέρωμα . Όρτζα τα πανιά λοιπόν . Ένα μικρό ψαροκάικο είναι η

Ευτυχώς που δεν γεννήθηκα όμορφη

Το μυαλό και η καρδιά είναι δύο αντίθετα πράγματα που σπάνια συμβιβάζονται μεταξύ τους. Όποιο και να διαλέξεις, θα πληρώσεις το αντίστοιχο τίμημα των πράξεων σου. Όμως, μια ευτυχισμένη καρδιά είναι χίλιες φορές προτιμότερη από μια ζωή πνιγμένη στην ανθρώπινη λογική .

Εκεί που ο Θεός έρχεται μόνο για να κλάψει

Ένα κορίτσι πέφτει σ'ένα πηγάδι. Ένα αγόρι περνά από εκεί, το βλέπει, πηδάει μες στο πηγάδι και σώζει το κορίτσι. Αυτό τον ευχαριστεί και τον ρωτά: Γιατί το έκανες αυτό; Το αγόρι λέει:Γιατί η ζωή μου δε θα'χε καμμιά αξία αν σ'έβλεπα να πεθαίνεις. Γιατί δεν υπάρχει καμμιά διαφορά ανάμεσα σε σένα και μένα. Γιατί κάθε φορά που πεθαίνει ένας από μας, πεθαίνουμε όλοι από λίγο .

Αυτά να τα πείς αλλού

" Δες τα παιδιά, Βιργινία. Κοίτα και δες τα μάτια τους, περιέχουν τον αληθινό κόσμο. Διότι συλλαμβάνουν τη χάρη. Τα τυλίγει σαν σύννεφο, αν μισοκλείσεις τα βλέφαρα θα τη δεις, είναι ένα χρώμα γύρω τους, κοίτα και δες, κάθε παιδί έχει το χρώμα του, σαν νεφέλωμα, σε μερικά μπορείς να δεις ολόκληρο το ουράνιο τόξο. Αυτό είναι το φως του Θεού, Βιργινία, ουδέποτε χάνεται, όποιος το σέβεται, μαθαίνει να το ρουφάει, όποιος απιστεί ξοδεύεται...Όμως, τα παιδιά βρίσκονται ακόμα στην ηλικία της φώτισης, τόποτα δεν ξεθωριάζει το χρώμα τους...Κοίτα! Δες τα μάτια αυτού του παιδιού! Πρόσεξε την ηδύτητα στην έκφρασή του. Ονειρεύεται, Βιργινία. Τα μωρά και τα παιδιά βλέπουν τα όνειρα του Θεού. Δες, ο μικρός έχει το χάρισμα, όλα τα παιδιά το έχουν, είναι το δώρο τους για την καινούργια ζωή... "

Από το Νησί...

Η Αλέξις είπε στη μητέρα της: «Οταν κάθισα και άκουσα τη Φωτεινή να περιγράφει την οικογένειά σου και το τι πέρασε, αυτό που μου έκανε πραγματικά εντύπωση ήταν το πόσο δυνατά αγαπούσε ο ένας τον άλλον. Και η αγάπη αυτή κράτησε στην αρρώστια και στην υγεία, στα πολλά και στα λίγα, μέχρι που τους χώρισε ο θάνατος».

Μαγικό...

Το ταξίδι που λέγαμε...

Είναι άνοιξη! Απόβραδο.
Με πνίγει η άνοιξη. Μου κόβει την ανάσα. Δεν αντέχει πια η ψυχή μου να
κουβαλήσει τόση ομορφιά.
Σαν να φορτώσεις στη ράχη μιας κάμπιας ένα κόκκινο ρόδι.
Φουσκώνουν οι φλέβες μου, πονάει το αίμα μου, παλεύουν να βλαστήσουν
οι σπόροι μέσα μου και δεν υπάρχει χώμα για να ριζώσουν. Δεν υπάρχει
αρκετό νερό να ποτιστούν.
Όταν έπρεπε να κόψω όλους τους άγριους θάμνους να ελευθερωθεί το
τοπίο, δεν το 'κανα. Λυπήθηκα τα φίδια, που δεν θα είχαν άλλες

"Σαν τα τρελά πουλιά"

-Το κατάλαβα παιδάκι μου, αλλά ο νους μου δε το χωρεί. Μπρε Άννα, πόσα χρόνια πάνε από τότες που τελευταία είχαμε πόλεμο;
-Εικοσιέξι χρόνια στρογγυλά, μανούλα μου.
-Τι λες μπρε παιδί μου, για πότε πέρασαν τα χρόνια!
-Τα χρόνια δεν πέρασαν, μάνα μου, τα χρόνια δεν περνούνε.
Απλώνει το χέρι της και της χαϊδεύει το ρυτιδωμένο μάγουλο, τα κάτασπρα μαλλιά.
-Τα χρόνια στέκουνται. Εμείς περνούμε.